Ινουλίνη (Inulin-Prebiotics)

Περιγραφή

Η ινουλίνη προέρχεται από διάφορες φυτικές πηγές, με σημαντικότερη το Chicory (κιχώριο, είδος ραδικιού)¹-². Επίσης περιέχεται στα κρεμμύδια, τα σπαράγγια, την μπανάνα, την αγγινάρα, το σκόρδο, ο ηλίανθος, και το πράσο. Συνήθως η ινουλίνη που περιέχουν τα διατροφικά σκευάσματα προέρχεται από το κιχώριο. Ανακαλύφθηκε το 1804 από τον Γερμανό επιστήμονα Valentin Rose³. Χρησιμοποιείται ευρύτατα στα επεξεργασμένα τρόφιμα για να προσδίδει μια ήπια γλυκιά γεύση, πολλές φορές και ως υποκατάστατο της ζάχαρης. Αποτελεί διαλυτή φυτική ίνα. Ανήκει στους πολυσακχαρίτες και συγκεκριμένα σε μια ομάδα ουσιών γνωστών ως φρουκτάνες. Η ινουλίνη ως πρεβιοτικό αποτελεί την «τροφή» των προβιοτικών («καλών» βακτηριδίων). Βοηθά το πεπτικό σύστημα του οργανισμού να λειτουργεί πιο αποτελεσματικά και συμβάλλει στην αναπαραγωγή των φιλικών βακτηρίων.

Δράση-χρήση

Η σύσταση της δομής της ινουλίνης την βοηθά έτσι ώστε να περνά ανεπηρέαστη από το στόμα και το λεπτό έντερο, χωρίς να υφίσταται υδρόλυση από τα διάφορα ένζυμα, με αποτέλεσμα να φτάνει ανέφικτη στο παχύ έντερο, όπου υπόκειται σε ζύμωση από τα γαλακτικά ένζυμα. Με αυτόν τον τρόπο η ινουλίνη ενισχύει την αναλογία των ωφελίμων βακτηρίων, αποτρέποντας τους παθογόνους οργανισμούς και παράλληλα προάγοντας την ισορροπία της εντερικής μικροχλωρίδας, βελτιώνει την ομαλή λειτουργία του παχέος εντέρου⁴ και γενικά την υγεία.

Συμπτώματα Ανεπάρκειας

Η υγιής ισορροπία της εντερικής χλωρίδας μπορεί να διαταραχθεί από ορισμένους παράγοντες όπως η πτωχή διατροφή, η έκθεση σε μη σωστά μαγειρεμένο φαγητό ή σε ασυνήθιστες τροφές, κυρίως κατά τη διάρκεια των διακοπών, από το στρες, τη λήψη αντιβιοτικών. Επίσης με την πάροδο της ηλικίας, κυρίως μετά τα πενήντα, η ποσότητα ορισμένων βακτηρίων, ιδιαίτερα των γαλακτικών ενζύμων bifidobacteria, μειώνεται με αποτέλεσμα η χλωρίδα του εντέρου να καθίσταται ευάλωτη στα βλαβερά βακτήρια. Επομένως απαιτείται διατροφική συμπλήρωση με πολύτιμα πρεβιοτικά (ινουλίνη), που θα αυξήσουν τον αριθμό των ευεργετικών βακτηρίων και θα ενδυναμώσουν την εντερική χλωρίδα.

Διατροφικές Απαιτήσεις – Ασφάλεια

Αν και δεν έχει ορισθεί συνιστώμενη ημερήσια ποσότητα ινουλίνης, η διατροφική πρόσληψη 4-6g ημερησίως προάγει την καλή εντερική χλωρίδα.

Ωφέλεια από την ευεργετική πρόσληψη συμπληρωμάτων με ινουλίνη

Η διατήρηση της ισορροπίας της εντερικής μας χλωρίδας αποτελεί ζωτικό παράγοντα για την υγιή κατάσταση του πεπτικού μας συστήματος και την ενισχυμένη αμυντική ικανότητα του οργανισμού μας. Όπως ο ύπνος αναζωογονεί τον οργανισμό, αντίστοιχα το πεπτικό σύστημα είναι σημαντικός παράγοντας για την υγεία και ζωτικότητα. Οι πρεβιοτικές ιδιότητες της ινουλίνης επηρεάζουν θετικά μια ευρεία γκάμα λειτουργιών του οργανισμού:

  • Προάγει την εντερική υγεία:

Κατά τη διάρκεια της πέψης τα φιλικά βακτήρια διασπούν την τροφή σε θρεπτικά συστατικά που χρειάζεται ο οργανισμός και σε άχρηστες ουσίες που αποβάλλονται. Αν και τα «καλά» και «βλαβερά» βακτήρια συνυπάρχουν στο πεπτικό σύστημα, ωστόσο η τακτική πρόσληψη ινουλίνης βοηθά στην υπερίσχυση των «καλών» βακτηρίων έναντι των παθογόνων⁷-⁸, ενισχύοντας την ομαλή εντερική λειτουργία. Η εξασφάλιση της κατάλληλης εντερικής μικροχλωρίδας βοηθά στην πρόληψη και αντιμετώπιση τόσο της διάρροιας όσο και της δυσκοιλιότητας και μπορεί να ανακουφίσει από τα συμπτώματα της εντερικής κολίτιδας και του συνδρόμου του ευερέθιστου εντέρου (IBS) καθώς και σε περιπτώσεις εντερικών φλεγμονών (νόσος Crohn’s & ελκώδη κολίτιδα) κατόπιν ιατρικής συμβουλής.

  • Βελτιώνει την απορρόφηση Ασβεστίου: 

Μελέτες έχουν δείξει ότι η ινουλίνη έχει θετική επίδραση στην απορρόφηση ασβεστίου & μαγνησίου καθώς και στην οστική πυκνότητα⁹-¹⁰.

  • Μειώνει τα επίπεδα λιπιδίων στο αίμα: 

Η ημερήσια πρόσληψη 7g ινουλίνης έχει αποδειχθεί σε διπλή τυφλή μελέτη ότι μειώνει σημαντικά τα επίπεδα ολικής, LDL χοληστερόλης και τριγλυκεριδίων¹¹.

  • Δυσπεψία: 

Τα ωφέλιμα βακτήρια βοηθούν την διάσπαση και αφομοίωση των τροφών, ενώ βελτιώνουν την διάσπαση των δύσπεπτων τροφών, εξαιτίας της παραγωγής οργανικών λιπαρών οξέων, με αποτέλεσμα την καλύτερη απορρόφηση των θρεπτικών συστατικών από τον οργανισμό.

Αλληλεπιδράσεις-Αντενδείξεις

Η Ινουλίνη έχει αναγνωρισθεί γενικώς ως ασφαλές συστατικό (GRAS) από τον Αμερικάνικο Οργανισμό Τροφίμων και Φαρμάκων (FDA)⁵. Ωστόσο μόνο μία αναφορά υπάρχει σχετικά με αλλεργική αντίδραση⁶.

Σε ποια προϊόντα θα το βρείτε:

Vitality 50+

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Διαβάστε Περισσότερα

Roberfroid M (2005). “Introducing inulin-type fructans”. Br J Nutr. 93 Suppl 1: S13–25. doi:10.1079/bjn20041350.

Jump up ^ Roberfroid MB (2007). “Inulin-type fructans: functional food ingredients”. Journal of Nutrition 137 (11 suppl): 2493S–2502S.

Boeckner, LS; Schnepf, MI; Tungland, BC (2001). “Inulin: a review of nutritional and health implications.”. Advances in food and nutrition research 43: 1–63. doi:10.1016/s1043-4526(01)43002-6.

Saad, N.; C. Delattre; M. Urdaci; J. M. Schmitter; P. Bressollier (2013). “An overview of the last advances in probiotic and prebiotic field”. LWT – Food Sci. Technol 50: 1–16

GRAS Notice No. GRN 000118

Fabienne Gay-Crosier, M.D. et al., Anaphylaxis from Inulin in Vegetables and Processed Food (Correspondence), New England Journal of Medicine, 342(18), 1372. May 4, 2000.

Guarner F. (2007): Studies with inulin-type fructans on intestinal infections, permeability, and inflammation. J. Nutr. 2007 Nov;137(11 Suppl):25685S-2571S. Review.

Bosscher D, VAN Loo J, Franck A(2006): Inulin and oligofructose as prebiotics in the prevention of intestinal infections and diseases. Nutrition-Research Reviews 2006;19(2):216-226

Coxam V, (2007): Current data with inulin-type fructans and calcium, targeting bone healthin adults. J. Nutr. 2007 Nov;137(11 Suppl):2527S-2533S.

Holloway L, Moynihan S, Abrams SA, Kent K, Hsu AR, Friedlander AL. (2007): Effects of oligofructoseoenriched inulin on intestinal absorption of calcium and magnesium and bone turnover markers in postmenopausal women Br. J Nutr 2007 Feb;97(2):365-72

Balcazar-Munoz BR, Martinez-Abundis E, Gonzalez-Ortiz M. (2003): Effect of oral inulin administration on lipid profile and insulin sensitivity in subjects with obesity and dyslipidemia. Rev Med Chil;2003 Jun;131(6):597-604 Spanish.